• Εξάρθρωση πολυμελούς εγκληματικής οργάνωσης

Εξάρθρωση πολυμελούς εγκληματικής οργάνωσης

Εξάρθρωση πολυμελούς εγκληματικής οργάνωσης

ΕΞΑΡΘΡΩΣΗ ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

ΔΙΕΠΡΑΤΤΕ ΕΠΙ ΣΕΙΡΑ ΕΤΩΝ ΚΛΟΠΕΣ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙΩΝ ΑΠΟ ΕΠΙΒΑΤΕΣ ΜΕΣΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ

Από την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Αθηνών, της Δ/νσης Ασφάλειας Αττικής, εξαρθρώθηκε πολυμελής εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας διέπρατταν κλοπές πορτοφολιών, κινητών τηλεφώνων και άλλων αντικειμένων, από επιβάτες των μέσων μαζικής μεταφοράς («ΜΕΤΡΟ» και «Η.Σ.Α.Π.»).

Ύστερα από οργανωμένη και συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση, που πραγματοποιήθηκε πρωινές ώρες της 16 Σεπτεμβρίου 2017, με την συμμετοχή αστυνομικών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής και τη συνδρομή ανδρών των τοπικών Τμημάτων Ασφαλείας και Ομάδων Πρόληψης και Καταστολής Εγκληματικότητας, σε περιοχές της Αθήνας και του Πειραιά, συνελήφθησαν (31) μέλη της οργάνωσης, μεταξύ των οποίων και τα αρχηγικά και συγκεκριμένα : (30) αλλοδαποί, οι (27) υπήκοοι Αλβανίας, 30χρονος υπήκοος Βουλγαρίας, 31χρονος υπήκοος Μπαγκλαντές, 39χρονη υπήκοος Γεωργίας και 49χρονος ημεδαπός. Παράλληλα, ταυτοποιηθήκαν και αναζητούνται επιπλέον (18) μέλη της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης. Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, από δράστες που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, καθώς και παραβάσεις που αφορούν τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Ο απολογισμός της επιχείρησης είναι ενδεικτικός του μεγέθους του εγκληματικού δικτύου που εξαρθρώθηκε, καθώς περιλαμβάνει τριάντα μια (31) συλλήψεις μελών της οργάνωσης, μεταξύ των οποίων και τα αρχηγικά (στην πλειοψηφία τους αλλοδαποί υπήκοοι Αλβανίας) και είκοσι επτά (27) έρευνες σε οικίες στο κέντρο της Αθήνας και του Πειραιά. Επιπλέον, από τη διερεύνηση της υπόθεσης,  εξιχνιάστηκαν (764) κλοπές πορτοφολιών, κατασχέθηκαν (498) κλεμμένα πορτοφόλια και το χρηματικό ποσό των 9.500 ευρώ, ενώ ταυτοποιήθηκαν και αναζητούνται  άλλα δέκα οκτώ (18) μέλη της εγκληματικής οργάνωσης. Όλο το ιστορικό της υπόθεσης αποτυπώνεται στην κακουργηματική ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε για διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής κατά συναυτουργία και εξακολούθηση, από δράστες που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατ΄ επάγγελμα και συνήθεια, σε συνδυασμό με τις διατάξεις για εγκληματική οργάνωση και πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

          Για να καταλήξουν οι αστυνομικοί στα σημαντικά αυτά αποτελέσματα και στην πλήρη αποδόμηση του εγκληματικού δικτύου, προηγήθηκε πολύμηνη συστηματική και εξειδικευμένη αστυνομική έρευνα. Το δομικό χαρακτηριστικό της έρευνας αυτής είναι ότι δεν επικεντρώθηκε στην ταξινόμηση και διερεύνηση των κλοπών, με βάση αποκλειστικά την περιπτωσιολογία και τυπολογία των υποθέσεων, όπως κατά κανόνα εφαρμόζονταν διαχρονικά, αλλά επικεντρώθηκε στα επίπεδα των οργανωτικών δομών που συνέθεταν το πάζλ διασύνδεσης των μελών της Εγκληματικής Οργάνωσης. Από τα πρώιμα στάδια της έρευνας οι αστυνομικοί ανίχνευσαν ενδείξεις που μας οδηγούσαν σε οργανωμένης μορφής περιπτώσεις διάπραξης διακεκριμένων κλοπών, που είχαν συνακόλουθα ομοειδή χαρακτηριστικά και συναφή μορφολογία. Αξιοποιώντας τα στοιχεία αυτά και σε συνδυασμό με τεχνικά μέσα και ειδικές ερευνητικές μεθόδους και διαδικασίες, οι αρμόδιες υπηρεσίες κλιμάκωσαν την πορεία των ερευνών και κατάφεραν να «χαρτογραφήσουν» πλήρως τη δομή της εγκληματικής οργάνωσης.

Στα τελικά στάδια της έρευνας και αναλύοντας τα στοιχεία που είχαν συλλεχθεί όλο το προηγούμενο διάστημα επιτεύχθηκε η ταυτοποίηση των μελών της εγκληματικής οργάνωσης και ολοκληρώθηκε ο  σχεδιασμός της επιχείρησης για την πλήρη αποδόμηση της. Η κλιμάκωση και η δυναμική της ερευνητικής διαδικασίας μας έδωσε τη δυνατότητα στους αστυνομικούς να διακριβώσουν πλήρως όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το ιδιαίτερο «προφίλ» της εγκληματικής αυτής οργάνωσης και κυρίως :

  • τη μεθοδολογία που είχαν αναπτύξει και την υποδομή που διέθεταν,
  • τον ιδιαίτερο τρόπο που επέλεγαν τον τόπο και τον χρόνο δράσης τους,
  • την ενεργοποίηση τους σε ομάδες και υποομάδες, με προκαθορισμένους ρόλους και αλληλοκάλυψη,
  • τους ενδυματολογικούς κανόνες που χρησιμοποιούσαν, ώστε να εναρμονίζονται με το γενικότερο περιβάλλον και το επιβατικό κοινό,
  • τους τρόπους προσέγγισης των υποψήφιων θυμάτων τους και τις τεχνικές αφαίρεσης και άμεσης διοχέτευσης των κλοπιμαίων στους συνεργούς τους,
  • τις μεθόδους αντιπαρακολούθησης και προστασίας που ελάμβαναν και
  • την -κατά περίπτωση- διάθεση των κλοπιμαίων σε κλεπταποδόχους.

Συγκεκριμένα ως προς τον τρόπο δράσης της οργάνωσης (modus operandi), προέκυψε ότι τα μέλη της είχαν κατανείμει μεταξύ τους διακριτούς ρόλους, δρώντας μεθοδικά και οργανωμένα, ως ακολούθως :

Με αφετηρία κεντρικούς σταθμούς του «ΜΕΤΡΟ» και του «Η.Σ.Α.Π.» («Ομόνοια», «Ευαγγελισμός», «Μέγαρο Μουσικής», «Πανόρμου», «Σύνταγμα», «Μεταξουργείο», «Καλλιθέα»), ενώνονταν σε προκαθορισμένες ομάδες, συνήθως των (3) έως (10) ατόμων και εισέρχονταν σε συρμούς, δείχνοντας «ιδιαίτερη προτίμηση» στα δρομολόγια από και προς το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», όπου σημειώνεται η μεγαλύτερη κίνηση τουριστών. Για να μην κινούν υποψίες, τηρούσαν συγκεκριμένους ενδυματολογικούς κανόνες, έτσι ώστε να προσαρμόζονται στις επικρατούσες συνθήκες και το περιβάλλον και να εκλαμβάνονται ως τουρίστες.

Αναλυτικότερα, μέλη της οργάνωσης κατά τη διάρκεια των δρομολογίων άλλαζαν συνεχώς συρμούς και βαγόνια, αναζητώντας κατά κύριο λόγο ανυποψίαστους τουρίστες ή ηλικιωμένους ή γενικότερα επιβάτες που είχαν το πορτοφόλι ή το κινητό τους σε τσέπη του παντελονιού τους. Για την επίτευξη του σκοπού τους και προκειμένου να καλύπτουν τις κινήσεις των χεριών τους, χρησιμοποιούσαν ως προκάλυμμα εφημερίδες, χάρτες, τσαντάκια, σακάκια, ζακέτες και άλλα παρεμφερή αντικείμενα. Επιπλέον, προκειμένου να μην γίνουν αντιληπτοί, αποσπούσαν την προσοχή του θύματος με τη δημιουργία τεχνητού συνωστισμού, από τη συμμετοχή άλλων μελών της ομάδας, έτσι ώστε ο ένας να δράσει με μεγαλύτερη ευκολία.

Πιο συγκεκριμένα τα μέλη της εκάστοτε ομάδας, περικύκλωναν το υποψήφιο θύμα και την στιγμή που ο ένας το έσπρωχνε, άλλο μέλος της ομάδας, συνήθως ο πιο «ελαφροχέρης», το προσέγγιζε και άρπαζε το πορτοφόλι, ή το κινητό του, χωρίς να γίνει αντιληπτός. Ταυτόχρονα, οι υπόλοιποι εγκλώβιζαν το θύμα, διασφαλίζοντας τη διαφυγή του δράστη. Αυτός που αφαιρούσε το αντικείμενο το παρέδιδε άμεσα σε άλλο μέλος, και με αυτή την μορφή «σκυταλοδρομίας», ο τελευταίος απομακρυνόταν από το βαγόνι και αποβιβαζόταν στην επόμενη στάση, ενώ τα υπόλοιπα μέλη «σκόρπιζαν» σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Αφού απομακρύνονταν, ερευνούσαν τα πορτοφόλια αφαιρώντας από μέσα χρήματα κ.λπ. έγγραφα και στη συνέχεια τα απέρριπταν σε κάδους ή υπονόμους, κοντά στους σταθμούς και συνέχιζαν τη δράση τους.

Στη συνέχεια έτερα μέλη της οργάνωσης, με υποστηρικτικό ρόλο, έσπευδαν και παραλάμβαναν τα κλοπιμαία, έτσι ώστε αυτά να μην παραμένουν στην κατοχή των ομάδων «κρούσης», ελαχιστοποιώντας με τον τρόπο αυτό, τον εντοπισμό τους με τα κλοπιμαία, σε τυχόν γενόμενο αστυνομικό έλεγχο. Κατόπιν, τα αρχηγικά μέλη καθόριζαν τα μερίδια που αντιστοιχούσαν για κάθε μέλος της ομάδας. Όπως προέκυψε από την έρευνα, προκειμένου να ενισχύσουν περαιτέρω τη δράση τους, «προσλαμβάνονταν» προσωρινά περιφερειακά μέλη με βοηθητικό ρόλο, τα οποία λάμβαναν ως «ημερομίσθιο» περίπου 20-30 ευρώ, ανεξάρτητα των κλοπιμαίων που θα αποκόμιζαν.

Τα αρχηγικά μέλη της οργάνωσης είχαν αποφασιστικό ρόλο, καθορίζοντας την λειτουργία της οργάνωσης, ρυθμίζοντας τα επί μέρους θέματα σε όλα τα στάδια της εγκληματικής τους δραστηριότητας.

Συγκεκριμένα:

  • Ήταν υπεύθυνοι για «τη σύνθεση» των μελών της σπείρας που θα συγκροτούσαν κατά περίπτωση την «ομάδα κρούσης»,
  • αποφάσιζαν το «ωράριο δράσης», (κυρίως μεταξύ των ωρών αιχμής όπου παρατηρείται μεγαλύτερη επιβατική κίνηση),
  • επέλεγαν τα δρομολόγια, όπου θα δρούσαν οι ομάδες, φροντίζοντας να καλύπτουν διαδρομές και στις δύο γραμμές του «ΜΕΤΡΟ», καθώς και την γραμμή του «Η.Σ.Α.Π.», έτσι ώστε να καλύπτεται όλο το δίκτυο και οι ομάδες να μην παραμένουν συνεχώς στο ίδιο σημείο, με κίνδυνο να επισημανθούν.

Επιπρόσθετα, τα μέλη της οργάνωσης, στο πλαίσιο του «επιχειρησιακού σχεδιασμού», φρόντιζαν έτσι ώστε οι ομάδες να επιχειρούν σε διαφορετικά σημεία και να μην αλληλοκαλύπτονται, εκτός περιπτώσεων που εντόπιζαν μεγάλα «γκρουπ» τουριστών, οπότε και συνέκλιναν στο «επίμαχο» σημείο. Έχοντας γνώση των μεθόδων της αστυνομίας, λάμβαναν μέτρα αντιπαρακολούθησης, φροντίζοντας να παραμένουν αθέατοι σε «τυφλά» σημεία, που δεν καλύπτονται από κάμερες ασφαλείας, ώστε να μην καταγράφεται η συνεχής παρουσία τους σε συγκεκριμένο χώρο, ενώ η έξοδος από τους σταθμούς, γινόταν πάντα επιβλέποντας για τυχόν αστυνομική παρουσία, ώστε να απομακρυνθούν προσωρινά, ή και να αναστείλουν προσωρινά τη δράση τους. Επίσης, σε όλα τα στάδια της παράνομης δράσης τους λάμβαναν ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης, ενώ για τις μεταξύ τους επικοινωνίες, χρησιμοποιούσαν κινητά τηλέφωνα καταχωρημένα σε ονόματα ανύπαρκτων αλλοδαπών, ασιατικής καταγωγής.

Αξίζει να σημειωθεί πως σε ορισμένες περιπτώσεις, επέκτειναν την παράνομη δραστηριότητά τους, επιλέγοντας να μετακινούνται ανά την επικράτεια σε τουριστικά νησιά τους καλοκαιρινούς μήνες, είτε σε αθλητικούς αγώνες, γιορτές και πανηγύρια, όπου συρρέει πλήθος κόσμου και παρατηρείται συνωστισμός. Για την μεγιστοποίηση των κερδών τους, διέθεταν τα κινητά τηλέφωνα και λοιπά τιμαλφή σε συγκεκριμένο κλεπταποδόχο, που διατηρεί κατάστημα στο κέντρο των Αθηνών, είτε μέσω ταξιδιωτικού πρακτορείου τα διοχέτευαν στην Αλβανία, ενώ εξαργύρωναν το συνάλλαγμα που αποκόμιζαν από τις κλοπές σε ανταλλακτήρια στο κέντρο των Αθηνών.

Συνοψίζοντας και αποτιμώντας τη δράση της εγκληματικής αυτής οργάνωσης, οι εμπλεκόμενοι διέθεταν τέτοια υποδομή και είχαν αναπτύξει τέτοιες πρακτικές, που είχαν τη δυνατότητα να διαπράττουν τουλάχιστον (15) κλοπές πορτοφολιών κάθε ημέρα, αποκομίζοντας με αυτό τον τρόπο, ποσό που υπερβαίνει τα 3.500 ευρώ την ημέρα. Εκτιμάται ότι τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης έχουν διαπράξει περισσότερες από (4.000) κλοπές πορτοφολιών, ενώ τα κέρδη από την πολύχρονη εγκληματική τους δραστηριότητα, ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.

Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες υποθέσεις που έχουν χειριστεί διαχρονικά οι Υπηρεσίες Ασφαλείας στο πεδίο της συγκεκριμένης αυτής εγκληματικής συμπεριφοράς, η οποία πλήττει πολλούς συμπολίτες μας, που καθημερινά μετακινούνται με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, άλλα και πολλούς τουρίστες καθώς μεγάλος αριθμός υποθέσεων αφορά την κατηγορία αυτή.

Στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης, ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, Υποστράτηγος Χρήστος  Παπαζαφείρης ανέφερε: «Θέλω να συγχαρώ όλο το προσωπικό που συμμετείχε στην εξάρθρωση της εγκληματικής αυτής οργάνωσης, η αποδόμηση της οποίας αναμένεται να βελτιώσει αισθητά το περιβάλλον ασφάλειας στην καθημερινή μετακίνηση των πολιτών στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς». Η έρευνα συνεχίζεται προκειμένου να εξακριβωθεί το εύρος της παράνομης δραστηριότητας της εγκληματικής οργάνωση